Αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού λοιπόν, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, βρίσκονταν το 2020 περισσότερα από 3 εκατ. άτομα, περί το 28,9% του πληθυσμού της χώρας. Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικός αποκλεισμός είναι υψηλότερος στην περίπτωση των ατόμων ηλικίας 18- 64 ετών (31,9%), ενώ κατά τα ίδια στοιχεία, από αυτόν τον πληθυσμό, εκτιμάται ότι το 30,2% είναι Έλληνες και το 54% είναι αλλοδαποί που διαμένουν στην Ελλάδα.

Πιο συγκεκριμένα, το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.266 ευρώ ετησίως ανά μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 11.059 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών και ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 8.777 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας εκτιμήθηκε σε 17.250 ευρώ.

Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 697.590 σε σύνολο 4.115.678 νοικοκυριών και τα μέλη τους σε 1.861.963 στο σύνολο των 10.514.769 ατόμων του εκτιμώμενου πληθυσμού της χώρας. Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0- 17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 21,4%, σημειώνοντας αύξηση κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019, ενώ για τις ομάδες ηλικιών 18- 64 ετών και 65 ετών και άνω ανέρχεται σε 18,5% και 13,2%, αντίστοιχα.

Ενδεικτικός των ανισοτήτων είναι και ο «χάρτης» που διαμορφώνουν τα στοιχεία αυτά, αφού όπως προκύπτει, οι πέντε περιφέρειες των Ιονίων Νήσων, της Αττικής, της Κρήτης, του Νοτίου Αιγαίου και της Ηπείρου καταγράφουν ποσοστά κινδύνου φτώχειας χαμηλότερα από αυτό του συνόλου της χώρας, ενώ τούμπαλιν, οι οκτώ περιφέρειες της Θεσσαλίας, της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου, του Βορείου Αιγαίου, της Κεντρικής, της Δυτικής και της Ανατολικής Μακεδονίας, της Θράκης και της Δυτικής Ελλάδας καταγράφουν ποσοστά υψηλότερα από το μέσο.

Ένα ακόμα εξαιρετικής σημασίας στοιχείο που προκύπτει από τις εκθέσεις της ΕΛΣΤΑΤ είναι το γεγονός πως πριν τη διάθεση των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας εκτοξεύεται στο 49,6%, δηλαδή υπό απειλή βρίσκεται ένας στους δύο πολίτες της χώρας. Σημειώνεται για τα κοινωνικά επιδόματα ότι αυτά περιλαμβάνουν παροχές κοινωνικής βοήθειας (όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το επίδομα στέγασης, το επίδομα θέρμανσης κ.λπ.), οικογενειακά επιδόματα (όπως επιδόματα τέκνων), καθώς και επιδόματα ή βοηθήματα ανεργίας, ασθένειας, αναπηρίας ή ανικανότητας, ή και εκπαιδευτικές παροχές.

Το αυτό αποτυπώνουν άλλωστε και οι διαπιστώσεις της ίδιας της έκθεσης, όπου σημειώνοντας πως τα κοινωνικά επιδόματα συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες ενώ, εν συνεχεία, οι συντάξεις κατά 26 ποσοστιαίες μονάδες, με το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 17,7%. Ακόμα υπογραμμίζεται πως το σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας κατά 31,9 ποσοστιαίες μονάδες. Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις (συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων) αποτελούν το 34,9% του συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών της χώρας, εκ του οποίου οι συντάξεις αναλογούν στο 87,3%, ενώ τα κοινωνικά επιδόματα στο 12,7%.

Σημαντικό επίσης το εύρημα πως το ποσοστό κινδύνου φτώχειας το 2020 είναι ελαφρώς υψηλότερο για τις γυναίκες (17,9%) σε σχέση με τους άνδρες (17,5%). Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τους άνδρες σημείωσε μείωση κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες το 2020 σε σχέση με το 2019, ενώ το ποσοστό των γυναικών μειώθηκε κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες. Ακόμα, το 5,6% των νοικοκυριών δήλωσε ότι το εισόδημα του αυξήθηκε κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, ενώ το 21,9% των νοικοκυριών ότι μειώθηκε και το 72,5% των νοικοκυριών ότι παρέμεινε το ίδιο. Το 14,4% δήλωσε ότι ο κύριος λόγος αύξησης ή μείωσης του εισοδήματος ήταν η πανδημία, εκ των οποίων το 2,1% δήλωσε ότι αυξήθηκε το εισόδημα του και το 12,3% ότι μειώθηκε.

Διαβάστε αναλυτικά την έκθεση για τον Κίνδυνο Φτώχειας:

Τεράστια η ανισότητα των πλουσιότερων με τους φτωχότερους

Κατά περισσότερες από πέντε φορές μεγαλύτερο προκύπτει το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού σε σχέση με το φτωχότερο 20%, αποκαλύπτοντας το τεράστιο χάσμα μεταξύ τους.

Πιο ειδικά, όπως αποτυπώνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την κατανομή του εισοδήματος, το ένα τέταρτο του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα κατέχει το 2020 μόλις το 10,4% του συνολικού εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος, ποσοστό που μένει ίδιο και απαράλλακτο με του 2019. Στον αντίποδα, το 25% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα κατέχει το 45% του συνολικού εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος, αυξημένο κατά 0,1% σε σχέση με το 2019. Στο μεσοδιάστημα, το 50% του πληθυσμού με τα μεσαία εισοδήματα εμφανίζονται να κατέχουν το 44,6 του εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος, ελαφρώς μειωμένο σε σχέση με το 2019.

Αποκαλυπτική είναι και η σύγκριση μεταξύ των δύο άκρων, αφού το υψηλότερο ατομικό ετήσιο εισόδημα για το φτωχότερο 25% των πολιτών της χώρας φτάνεις μόλις και μετά βίας τα 6.079 ευρώ, την ώρα που το χαμηλότερο ατομικό ετήσιο εισόδημα για το πλουσιότερο 25% των πολιτών είναι οριακά διπλάσιο, φτάνοντας τα 12.315 ευρώ.

Διαβάστε αναλυτικά την έκθεση για την Οικονομική Ανισότητα:

Κόλαφος και τα ποσοστά υλικής στέρησης και συνθηκών διαβίωσης

Ενδεικτικά της τραγικής κατάστασης που αντιμετωπίζουν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες της χώρας είναι και τα στοιχεία που προκύπτουν από την έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ για την Υλική Στέρηση και τις Συνθήκες Διαβίωσης, αφού ποσοστό του 17,6% των πολιτών της χώρας από 18 έως και 64 ετών στερούνται βασικά αγαθά και υπηρεσίες το 2020, την ώρα που το 2010 το ποσοστό αυτό έφτανε το 10,3%.

Επίσης, ζοφερή εικόνα περιγράφουν και επιπλέον ποιοτικά ευρήματα της έκθεσης, όπως αυτό που καταγράφει το 29,1% του πληθυσμού να ζει σε κατοικία με στενότητα χώρου. Μάλιστα, το ποσοστό αυτό αφορά κατά 44,6% τον φτωχό πληθυσμό, ενώ φτάνει το 25,8% ακόμα και για τον θεωρούμενο μη φτωχό πληθυσμό της χώρας. Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου το 2020 είναι μεγαλύτερο στην περίπτωση της ηλικιακής ομάδας έως και 17 ετών και ανέρχεται σε 45,6% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 40,5% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 64,4% για τον φτωχό πληθυσμό

Αντίστοιχη και χειρότερη εικόνα και για τις διατροφικές συνήθειες, καθώς το 45,5% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των μη φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται σε 5,3%. Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν οικονομική αδυναμία να έχουν ικανοποιητική θέρμανση το χειμώνα ανέρχεται σε 16,7%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 38,8% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 12,0%.

Στην συντριπτική του πλειοψηφία, το 96,6% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει οικονομική δυσκολία να καλύψει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους, περίπου, 395 ευρώ, ενώ αντίστοιχη παραδοχή κάνει και το 49,5% των μη φτωχών νοικοκυριών.

Επίσης, ένα ακόμα σημαντικό στοιχεία, ειδικά σήμερα που στο όνομα της «ανάπτυξης» αλλάζουν αναφανδόν νομοθεσίες προστασίας του περιβάλλοντος, είναι το γεγονός πως περίπου το 20,2% των νοικοκυριών δηλώνει πως αντιμετωπίζει περιβαλλοντικά προβλήματα από παρακείμενη βιομηχανία ή προβλήματα από την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Παράλληλα, ποσοστό 18,1% των νοικοκυριών αναφέρει ως πρόβλημα τους βανδαλισμούς και την εγκληματικότητα. Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν επιβάρυνση από το κόστος στέγασης ανέρχεται σε 32,6%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 82,5% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 21,9%. Το 44,6% των νοικοκυριών που έχουν λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων.

Τέλος, ακόμα πιο απογοητευτικά τα στοιχεία που αφορούν την μηνιαία ικανοποίηση πάγιων εξόδων για τα νοικοκυριά, καθώς το 49,0% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή παγίων λογαριασμών, όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου και άλλα. Το 71,0% των φτωχών νοικοκυριών αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του.

Το ελάχιστο μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της χώρας ανέρχεται, κατά δήλωσή τους, σε 1.998 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 1.924 ευρώ, ενώ τα μη φτωχά νοικοκυριά 2.014 ευρώ.Επίσης, το 19,2% των φτωχών νοικοκυριών, το 8,7% των μη φτωχών νοικοκυριών και το 8,9% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν ένα τουλάχιστον ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ενώ το 9,0% των φτωχών νοικοκυριών, το 1,7% των μη φτωχών και το 3,0% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και τον χρειάζονται, λόγω οικονομικής αδυναμίας.

Διαβάστε αναλυτικά την έκθεση για την Υλική Στέρηση και Συνθήκες Διαβίωσης: